mgławica
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Προφορά[
]
- ΔΦΑ : /mɡwaˈvʲiʦ̑a/
Ουσιαστικό [
]
mgławica (pl) θηλυκό
- (αστρονομία) το νεφέλωμα