morph
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
morph (en)
- το αλλόμορφο
Ρήμα [
]
morph (en)
- μεταμορφώνομαι, αλλάζω χωρίς οι άλλοι να το καταλαβαίνουν
morph (en)
morph (en)