nefnifall
Από Βικιλεξικό
Ισλανδικά (is) [
]
Ετυμολογία [
]
nefnifall (is) < nefna (ονομάζω, αναφέρω) + fall (πτώση)
Ουσιαστικό [
]
nefnifall (is)
- η πτώση της ονομαστικής