prévalence
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- prévalence < αγγλική prevalence
[
]
Ουσιαστικό
prévalence (fr) θηλυκό
- (για επιδημίες ή άλλο γεγονός σχετικό με την ιατρική) ο αριθμός ασθενειών (ή άλλου γεγονότος) που καταγράφονται σε έναν ορισμένο πληθυσμό