preclude

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɹɛˈkluːd/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

preclude (en)

  1. (μεταβατικό) αποκλείω (μια πιθανότητα), προλαβαίνω (κάτι άσχημο)
    the sky is clear, but that doesn’t preclude the possibility of a rain - ο ουρανός είναι καθαρός, αλλά αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα να βρέξει

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]