ptaszek
Από Βικιλεξικό
Πολωνικά (pl) [
]
Ετυμολογία [
]
ptaszek < υποκοριστικό από το ptak
Ουσιαστικό [
]
ptaszek (pl) αρσενικό
- το πουλάκι
ptaszek < υποκοριστικό από το ptak
ptaszek (pl) αρσενικό