section
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
section (en)
- ο τομέας
- (κατ' επέκταση) η παράγραφος
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
section (fr) θηλυκό
- ο τομέας, το τμήμα
- (κατ' επέκταση) η παράγραφος