sine qua non
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
] Διεθνείς όροι
[
]
Ετυμολογία
- conditio sine qua non (η απαραίτητη προϋπόθεση) ήταν αρχικά μια λατινική νομική έκφραση που σήμαινε «χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατόν να». Σε πολλές γλώσσες, όπως τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα ιταλικά, η έκφραση χρησιμοποιείται σε κάθε τομέα, πέραν της νομικής και της οικονομίας.
[
]
Επίθετο
sine qua non
- που είναι απαραίτητος, θεμελιώδης, προϋπόθεση για κάτι
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /si.ne kwa nɔn/
[
]
Επιθετική έκφραση
sine qua non (fr) άκλιτο
- που είναι απαραίτητος, θεμελιώδης, προϋπόθεση για κάτι
- il a soigneusement évité aussi de se prononcer contre l’abrogation du texte, condition sine qua non posée par les syndicats pour amorcer un dialogue (εφημερίδα 20 minutes, έκδοση Paris, αρ. 944 της 7 avril 2006)