symptomatic
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
symptomatic (en)
- συμπτωματικός (για ασθένεια)
- symptomatic treatment - συμπτωματική θεραπεία
- symptomatic hypoglycaemia - συμπτωματική υπογλυκαιμία
- που αποτελεί σύμπτωμα
- the new law is symptomatic of an undemocratic society - ο νέος νόμος είναι σύμπτωμα μιας αντιδημοκρατικής κοινωνίας