tariff
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
tariff (en)
- ο δασμός, ο φόρος για προϊόντα που εισάγονται σε ή εξάγονται από μια χώρα
tariff (en)