trustee
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
trustee (en)
- επίτροπος, διαχειριστής στον οποίο έχουν εμπιστευτεί περιουσιακά στοιχεία
trustee (en)