ugly duckling
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Πολυλεκτικός όρος
ugly duckling (en)
- το ασχημόπαπο (το άτομο που δεν είναι όμορφο ως παιδί, αλλά μεγαλώνοντας θα ομορφύνει)