zaimek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

zaimek (pl) αρσενικό

  1. (γραμματική) η αντωνυμία
    zaimek dzierżawczy, nieokreślony, określony, osobowy - κτητική, αόριστη, οριστική, προσωπική αντωνυμία