zaimek
Από Βικιλεξικό
Πολωνικά (pl) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
zaimek (pl) αρσενικό
- (γραμματική) η αντωνυμία
- zaimek dzierżawczy, nieokreślony, określony, osobowy - κτητική, αόριστη, οριστική, προσωπική αντωνυμία