zwingen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

zwingen (de) jdn. (παρατατικός: zwang, μετοχή παρακειμένου: gezwungen)

Du kannst mich nicht dazu zwingen! - Δεν μπορείς να με αναγκάσεις σ' αυτό!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]