δεσπόζουσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δεσπόζουσα οι δεσπόζουσες
      γενική της δεσπόζουσας των δεσποζουσών
    αιτιατική τη δεσπόζουσα τις δεσπόζουσες
     κλητική δεσπόζουσα δεσπόζουσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δεσπόζουσα < θηλυκό του δεσπόζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δεσπόζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dominante)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δεσπόζουσα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]