constante

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
constante constantes

constante (fr) θηλυκό

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

constante (fr)



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
constante constantes

constante (pt) θηλυκό