dobra

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dobra (pl) ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dobra (pl) (θηλυκό pl)

Επίρρημα

[επεξεργασία]

dobra (pl)

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

dobra (pl)