stimulant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό stimulant stimulants
θηλυκό stimulante stimulantes

stimulant (fr)

  1. διεγερτικός
  2. ερεθιστικός, ενθουσιαστικός, ενθαρρυντικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stimulant stimulants

stimulant (fr) αρσενικό

  1. κίνητρο, ερέθισμα