Μετάβαση στο περιεχόμενο

ĝojegi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ĝojegi < ĝoj- + -eg- + -i
ρήμα ĝojegi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ĝojegas ĝojeganta ĝojegata
αόριστος ĝojegis ĝojeginta ĝojegita
μέλλοντας ĝojegos ĝojegonta ĝojegota
υποθετική ĝojegus - -
προστακτική ĝojegu - -

ĝojegi (eo)