Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δαρδανέλια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δαρδανέλια ουδέτερο πληθ.

 δείτε τη λέξη  Δαρδανέλλια