Συζήτηση:collide

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

έχουν διαφορετική ετυμολογία[επεξεργασία]

collude[επεξεργασία]

early 16th century: from Latin colludere ‘have a secret agreement’, from col- ‘together’ + ludere ‘to play’

collide[επεξεργασία]

early 17th century (in the sense ‘cause to collide’): from Latin collidere, from col- ‘together’ + laedere ‘to strike’