ίντερσεξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίντερσεξ < αγγλική intersex

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίντερσεξ ουδέτερο

  1. άτομα τα οποία γεννιούνται με παραλλαγές στα φυλετικά χαρακτηριστικά τους (χρωμοσώματα, γονάδες ή γεννητικά όργανα) οι οποίες δεν παραπέμπουν στον κλασικό ορισμό των αρσενικών και των θηλυκών σωμάτων

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]