αβασκάνετε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αβασκάνετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
  2. θα αβασκάνετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αβασκαίνω