αναγκάσουμε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αναγκάσουμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
  2. θα αναγκάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγκάζω