αναψυχώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναψυχώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναψυχώ

Ρήμα[επεξεργασία]

αναψυχώνομαι

  1. ανεβάζω το ηθικό μου


Μεταφράσεις[επεξεργασία]