ανοίξει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ανοίξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοίγω
  2. θα ανοίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω
  3. να ανοίξει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω