αντικαπιταλιστικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντικαπιταλιστικά < αντικαπιταλιστικ(ός) + -ά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /an.di.ka.pi.ta.li.stiˈka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ντι‐κα‐πι‐τα‐λι‐στι‐κά
Επίρρημα
[επεξεργασία]αντικαπιταλιστικά
- με αντικαπιταλιστικό τρόπο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντικαπιταλιστικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]αντικαπιταλιστικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντικαπιταλιστικό) του αντικαπιταλιστικός