απανθρακωθούμε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

απανθρακωθούμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
  2. θα απανθρακωθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απανθρακώνομαι