ασκημαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκημαίνω < άσχημος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ασκημαίνω

  1. κάνω κάποιον ή κάτι δύσμορφο, ασχημαίνω
  2. γίνομαι άσχημος, δύσμορφος

μετά την πλαστική της, ασκήμυνε χωρίς να το θέλει

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]