Μετάβαση στο περιεχόμενο

ατονήσεις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ατονήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
  2. θα ατονήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ατονώ