γαστρίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστρίζω < γάστρις

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γαστρίζω (μελ. γαστρίσω)

  • ρίχνω στην κοιλιά, την παραγεμίζω, τρώω λαίμαργα