Μετάβαση στο περιεχόμενο

επαναστατήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

επαναστατήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναστατώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
  3. θα επαναστατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επαναστατώ