ζέψει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ζέψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
  3. θα ζέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζεύω