ζωοτοκέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωοτοκέω < ζωοτόκος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζωοτοκέω

  • γεννώ ζωντανό παιδί
  • γεννώ μικρό ζώου (σε αντίθεση με τα πλάσματα που γεννούν αβγά (ελληνιστική έννοια)