Μετάβαση στο περιεχόμενο

ηρωοποίησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ηρωοποίησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ