θύριον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θύριον < θύρ(α) + -ιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θύριον ουδέτερο