Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρατόμησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

καρατόμησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ