Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατεδάφισις

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατεδάφισις < κατεδαφίζω, κατεδαφι- + -σις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατεδάφισις θηλυκό