Μετάβαση στο περιεχόμενο

μέτρησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

μέτρησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ