μαστιχώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστιχώνω < μαστίχα + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαστιχώνω

  1. φτιάχνω κλωστές

Κλίση[επεξεργασία]