Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπασκίρ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Γλώσσα μπασκίρ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπασκίρ άκλιτο, θηλυκό, μόνο στον ενικό ή ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]