μπλιό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπλιό < πλιο(ν) < πλέον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bliɔ/

Επίρρημα[επεξεργασία]

μπλιό

  • (Κρητική διάλεκτος) πια
δεν αντέχω άλλο μπλιό χωρίς να σε βλέπω