Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραχωρηθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

παραχωρηθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
  3. θα παραχωρηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παραχωρούμαι