πλανώμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλανώμενος πλανώμενη/
πλανωμένη
πλανώμενο
γενική πλανώμενου/
πλανωμένου
πλανώμενης/
πλανωμένης
πλανώμενου/
πλανωμένου
αιτιατική πλανώμενο πλανώμενη/
πλανωμένη
πλανώμενο
κλητική πλανώμενε πλανώμενη/
πλανωμένη
πλανώμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλανώμενοι πλανώμενες πλανώμενα
γενική πλανώμενων/
πλανωμένων
πλανώμενων/
πλανωμένων
πλανώμενων/
πλανωμένων
αιτιατική πλανώμενους πλανώμενες πλανώμενα
κλητική πλανώμενοι πλανώμενες πλανώμενα

Μετοχή[επεξεργασία]

(ο) πλανώμενος αρσενικό, (η) πλανώμενη θηλυκό, (το) πλανώμενο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]