Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαραβαλιάσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σαραβαλιάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
  3. θα σαραβαλιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σαραβαλιάζω