σαρανταρίσετε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σαρανταρίσετε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
- θα σαρανταρίσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σαρανταρίζω