Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαρανταρίσουμε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σαρανταρίσουμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
  2. θα σαρανταρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σαρανταρίζω