Μετάβαση στο περιεχόμενο

σατιρίσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σατιρίσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
  2. θα σατιρίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σατιρίζω