Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκουπιστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκουπιστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
  3. θα σκουπιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκουπίζομαι