Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκουρύνει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκουρύνει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουραίνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
  3. θα σκουρύνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκουραίνω